ανάκαρα

ανάκαρα
τα
δύναμη, αντοχή, διάθεση: Δεν έχει τ' ανάκαρα να σηκωθεί από το κρεβάτι.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ανάκαρα — (I) η βλ. ανάκαρο (Ι). (II) τα βλ. ανάκαρο (ΙΙ) …   Dictionary of Greek

  • ανάκαρο — (I) το και ανάκαρα, η 1. σωματική δύναμη, αντοχή, κουράγιο 2. καλή ψυχική διάθεση, όρεξη 3. ησυχία, ευκαιρία 4. θάρρος, τόλμη, αντρειά. [ΕΤΥΜΟΛ. ανάκαρο, το < ανάκαρα, η < ανακαρώνω αναλογικά προς το κάρα < καρώνω κατά το σχήμα πείνα… …   Dictionary of Greek

  • ανακαράς — ο βλ. ανάκαρο (ΙΙ) και ανάκαρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για ξένη λ. Συνδέεται προς το αραβ. nakur «σάλπιγγα του αρχαγγέλου Σεραφείμ», το τουρκ. nakkare «είδος τύμπανου», το ιταλ. nacchera «καστανιέτα». Το α τού τ. ανακαράς δεν είναι προθετικό, αλλά… …   Dictionary of Greek

  • Накра нагара и ногара — (стар.) барабан. Н. персидское слово, означавшее первоначально род литавр, соответствует новогреческому άνάκαρα. H. были большие и малые. Ударявшие в накры назывались накрачеи или накрайчие …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Накра, нагара и ногара — (стар.) барабан. Н. персидское слово, означавшее первоначально род литавр, соответствует новогреческому άνάκαρα. H. были большие и малые. Ударявшие в накры назывались накрачеи или накрайчие …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ανακαριστής — ο [ανάκαρο ΙΙ] 1. αυτός που παίζει τα (μουσικά όργανα) ανάκαρα 2. πλανόδιος μουσικός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”